Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Despicable Me (2010)


Σκηνοθεσία: Pierre Coffin, Chris Renaud
Σενάριο: Cinco Paul, Ken Daurio
Παίζουν: Steve Carell, Jason Segel, Russell Brand

Αναμένοντας εναγωνίως το δεύτερο μέρος της επιτυχημένης ταινίας από τα χεράκια της Universal, ξαναείδα το πρώτο μέρος της ιστορίας του Gru και των πολυαγαπημένων κοριτσιών με ιδιαίτερη χαρά, αφού πλέον φιγουράρει στη λίστα με τα αγαπημένα, τόσο για την όμορφη και πρωτότυπη ιστορία της, αλλά κυρίως για το ιδιαίτερο της χιούμορ.

Ο Gru λοιπόν, είναι ένα επαγγελματίας «κακός», μία διάνοια της εγκληματικότητας, που θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να γίνει γνωστός και να λατρευτεί από τον κόσμο. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι, όπου η αυστηρή του μητέρα δεν αποδέχθηκε ποτέ τις επιτυχίες του, καθώς ήταν πάντα ‘λίγος’ στα μάτια της.

Αναθρεμμένος λοιπόν σε ένα όχι και τόσο φιλικό περιβάλλον, ο Gru μεγάλωσε για να γίνει ένας άκαρδος κακός μισάνθρωπος, που το μοναδικό πράγμα που τον ενδιαφέρει, είναι πώς να πραγματοποιήσει το επόμενο σατανικό του σχέδιο.

Έχοντας ήδη καταφέρει να κλέψει κάποια μνημεία ανά τον κόσμο, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το νέο αίμα της εγκληματικότητας, έναν νεαρό με φρέσκιες ιδέες, τον Vector, ο οποίος εκτός από εξυπνάδα (λέμε τώρα) διαθέτει και την τελευταία λέξη της τεχνολογίας σε εγκληματικό εξοπλισμό, βλ. πύραυλοι, σούπερ εξελιγμένο σπίτι, όπλα, υπερλουξ σκάφος και δε συμμαζεύεται.

Παρόλα αυτά ο Gru δε χάνει την αισιοδοξία του. Έχει ήδη στα σκαριά ένα νέο σχέδιο: να κλέψει το φεγγάρι. Το μόνο που του λείπει όμως είναι χρήματα. Και που θα τα βρει; Μα φυσικά θα επισκεφθεί την τράπεζα των «εγκληματιών» (βλ. The Lehman Brothers).

Ο διαβολικός όμως διευθυντής της τράπεζας δεν είναι και τόσο διατεθειμένος να τον βοηθήσει. Προκειμένου να του δώσει το πολυπόθητο δάνειο, πρέπει να κλέψει ένα λέιζερ για να μπορέσει να συρρικνώσει το φεγγάρι. Μόνο που αυτό το λέιζερ είναι στην ιδιοκτησία του Vector.

Κάπου εκεί η ζωή του Gru θα ταραχθεί από την είσοδο σε αυτή τριών μικρών κοριτσιών. Η Margo, η Agnes και η Edith, τρία ορφανά κορίτσια θα εισβάλλουν στη ζωή του κακού Gru, ο οποίος θα αντιληφθεί πως ο μόνος τρόπος να μπει στο οχυρό του Vector είναι undercover. Και τι καλύτερος αντιπερισπασμός από τρία αθώα ορφανά κοριτσάκια που πουλάνε κουλουράκια;

Ψάχνοντας να βρω τους ακριβείς λόγους που αυτή η ταινία αγαπήθηκε τόσο πολύ, όχι μόνο από τους μικρούς, αλλά και από τους μεγάλους της θεατές, αντιλήφθηκα πως κυρίαρχο ρόλο παίζει ο αυθορμητισμός της. Και τι εννοώ με αυτό;

Το “Despicable Me” είναι μία δημιουργία που ενώ φυσικά έχει δημιουργηθεί με όλες τις προγραμματισμένες προδιαγραφές (σενάριο, χαρακτήρες κλπ.), σου δίνει την εντύπωση πως όλα γίνονται τόσο αυθόρμητα. Τα αστεία, οι αντιδράσεις των χαρακτήρων, οι ατάκες, οι χαρακτήρες, τα αξιολάτρευτα μινιόνς (με τα οποία γελάω τόσο πολύ), όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν μοναδική.

Και ναι δεν είναι μονάχα αυτό. Είναι η φρεσκάδα στο όλον της. Ο Gru, ένας κλασσικός αντιήρωας, βρίσκει τη χαμένη του καλοσύνη μέσα από τη συναναστροφή του με την χαμένη του παιδικότητα. Τα κορίτσια, τρία μοναδικά πλάσματα που έμειναν ορφανά, χωρίς κάποιος (έως τώρα) να αναγνωρίσει την αξία τους. Ο κακός, αδαής Vector, ο έξυπνος μα τελείως κουφός βοηθός επιστήμων του Gru, τα ιδιαίτερα δημιουργήματα του τελευταίου, μινιόνς, είναι ένας προς ένας μοναδικοί χαρακτήρες – απόλαυση.

Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες έχουν διάσταση και υπόσταση, έχουν το απαραίτητο βάθος για να δημιουργήσουν το μοναδικό αυτό όλον της ταινίας. Μαζί με τον απερίγραπτο σουρεαλισμό ενός κλασσικού κινούμενου σχεδίου, που όλοι αγαπάμε να βλέπουμε επί της μεγάλης οθόνης, η ουσία και τα μηνύματα της ταινίας περνούν υποσυνείδητα, προκαλώντας αυθεντικά ξεσπάσματα γέλιου και θαυμασμού.

Σεναριακά τα είπαμε, πρωτότυπη και φρέσκια σαν ιδέα. Η εγκληματικότητα από τα μάτια του κακού. Σκηνοθετικά: αυθορμητισμός, αυθεντικότητα και γλυκύτατες υπάρξεις – χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συνίσταται για τον αρσενικό πληθυσμό, πιστέψτε με θα ξετρελαθείτε.

Φυσικά πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο χαρακτήρας Gru, ερμηνευμένος από τον αμερικανό κωμικό Steve Carell με εκείνη την ψεύτικη ξενική προφορά που δημιουργεί μία απόκοσμη (απολαυστική) ατμόσφαιρα στον χαρακτήρα του.

Το “Despicable Meέχει γίνει πλέον κλασσικό, είναι από εκείνα τα κινούμενα σχέδια που δημιουργούν ατάκες, που βλέπονται ξανά και ξανά με εκείνη την αχόρταγη παιδική χαρά, που έχουν την ικανότητα να σε μεταφέρουν σε εκείνον τον άλλον κόσμο, τον φανταστικό και να σε κάνουν να μη θέλεις να φύγεις από αυτόν.

Όσο παιδικό και αν είναι για κάποιους, για κάποιους άλλους έχει βαθύτερο νόημα, όπως όλα τα κινούμενα σχέδια που σέβονται το υπόβαθρό τους. Το μόνο που μένει είναι να επιτρέψεις για λίγο την παιδική σου καρδιά να το αγκαλιάσει. 

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

The Manchurian Candidate (1962)


Σκηνοθεσία: John Frankenheimer
Σενάριο: Richard Condon, George Axelrod,
Παίζουν: Frank Sinatra, Laurence Harvey, Janet Leigh, Angela Lansbury

Βρισκόμαστε μετά τον πόλεμο της Κορέας στην Αμερική. Η επίλεκτη ομάδα του λοχία Raymond Shaw, βρίσκεται πίσω στην πατρίδα. Ο στρατιώτης Ben Marco ήταν μέλος της ομάδας αυτής. Η επιστροφή δε φαίνεται να είναι και πολύ ομαλή για τον ίδιο, αφού οι εφιάλτες που βλέπει καθημερινά τον έχουν κλονίσει. Κάθε βράδυ βλέπει τον λοχία Raymond Shaw να σκοτώνει δύο μέλη της ομάδας σε ένα περίεργο χώρο με θεατές.

Τρομαγμένος και φανερά επηρεασμένος από τους εφιάλτες επισκέπτεται το λοχία για να του εκφράσει την ανησυχία του. Εκεί θα αντιληφθεί πως κάτι έγινε στη μάχη, κάτι που άλλαξε ολοκληρωτικά την επίλεκτη ομάδα και κυρίως τον ίδιο τον Raymond.

Μία κλασσική ταινία για την Αμερική της δεκαετίας του 50 και τον Μακαρθισμό, αποτελεί ωδή για την πλύση εγκεφάλου της κοινής γνώμης και του μέσου Αμερικανού που γινόταν μέσω της εκτεταμένης χρήσης της προπαγάνδας και του εκφοβισμού.

Εδώ ερμηνεύεται μέσα από τη χειραγώγηση που υπέστη ο Raymond, όχι μόνο από την ομάδα που τον υπνώτισε και τον δίδαξε, αλλά κυρίως από την ίδια του τη μητέρα.

Η Eleanor Shaw Iselin είναι το είδος της μητέρας – τέρας. Έχοντας αναθρέψει το γιο της με βάση τις δικές της προδιαγραφές, τον έχει αφήσει στο έλεος των ‘απαγωγέων’, που με δική της προτροπή τον μετέτρεψαν σε έναν αδίστακτο δολοφόνο. Χωρίς η ίδια να ξέρει πως θα επέλεγαν το γιό της – όπως θα εκμυστηρευτεί στον ίδιο αργότερα – δε σταματά λεπτό την αντικομουνιστική της καμπάνια, αποδεικνύοντας πως νοιάζεται μονάχα για την εξουσία.

Ο Raymond τη μισεί, όπως και τον σύζυγο της, τον συντηρητικό γερουσιαστή John Iselin. Ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται πως το μυαλό του είναι κλειδωμένο μέσα σε μία κυκλική δολοφονική διαδικασία. Οι εντολές που έχει μάθει να ακολουθεί δεν γίνονται αντιληπτές από το συνειδητό του, με αποτέλεσμα να μην νιώθει καμία τύψη για τα εγκλήματα που διαπράττει.

Μέσα από την ιδιοφυή αποτύπωση της κατάστασης του εγκεφάλου του Raymond, καθώς και της σταδιακής αποσύνθεσής του, παρακολουθούμε μία αριστουργηματική ταινία που κατάφερε και μίλησε ανοιχτά για όσα εγκλήματα διαπράττονταν από χειραγωγημένα και μη μυαλά την εποχή εκείνη.

Σκληρή και ωμή, η ταινία αποτυπώνει με ιατρική ακρίβεια όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν τη διψασμένη για εξουσία μητέρα, το άρρωστο μυαλό του Raymond και τη αγνότητα των κινήτρων του Ben, ο οποίος θα ανακαλύψει βήμα προς βήμα το λόγο της μυστηριώδης συμπεριφοράς του Raymond και θα αποφασίσει να τον σώσει.

Η κάμερα είναι παντογνώστης και δεινός αφηγητής. Εξιστορεί έξυπνα και μεθοδικά την υστερία που επικρατούσε με τους κομμουνιστές, τις εγκληματικές πράξεις που διέπραττε κάθε σεβαστό μέλος του Κογκρέσου, καθώς και την προπαγανδιστική τακτική όλων των μέσων ενημέρωσης.

Το κλίμα αυτής της εποχής είναι διάχυτο σε κάθε ίντσα της ταινίας, ουρλιάζοντας την υποκριτική συμπεριφορά των συντηρητικών πολιτικών και πολιτών. Κάτι που στην περίεργη επαναδημιουργία της ταινία το 2004 από τον Jonathan Demme με τους  Denzel Washington και Liev Schreiber, είναι απόν.

Οι ερμηνείες τώρα στην ταινία του 1962 είναι άλλο κεφάλαιο. Η εμβληματική μορφή της Angela Lansbury σε μία ερμηνεία που έχει μείνει στο πάνθεον της υποκριτικής παγκοσμίως (το 5λεπτο υστερικό λογύδριο της), μαζί με την ελκυστική προσωπικότητα της Janet Leigh και τον σκοτεινό – μα συνάμα λυπηρό – χαρακτήρα του Laurence Harvey, συνθέτουν μία ομάδα επίλεκτων ταλαντούχων ηθοποιών.

Για να μην αναφέρω την ερμηνεία έκπληξη – για μένα τουλάχιστον – του Φράνκι, ο οποίος μέσα από την ερμηνεία του ως Ben Marco αποδεικνύει το πολυτάλαντο ταπεραμέντο του.  Σε παράλληλη πορεία με τη μουσική του καριέρα, η ‘Φωνή’, όπως πολλοί τον χαρακτηρίζουν, Frank Sinatra, κατάφερε να εδραιωθεί και κινηματογραφικά.

Το ‘The Manchurian Candidate’ είναι ένα αριστουργηματικό πολιτικοκοινωνικό θρίλερ που μιλά ανοιχτά για όλα εκείνα τα στοιχεία της πουριτανής Αμερικανικής κοινωνίας που εν έτη 2013 είναι πιο εμφανή από ποτέ άλλοτε, όσο και αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.